- ἀποβαλόντας
- ἀποβάλλωthrow offaor part act masc acc pl
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
παθητός — παθητός, ή, όν (Α) 1. αυτός που έπαθε, που υπέστη κάτι που υπέφερε 2. αυτός που υπόκειται σε πάθος, («τὸ θνητὸν και παθητὸν ἀποβαλόντας», Πλούτ.) 3. (για τον Ιησού Χριστό) ο προορισμένος να υποφέρει 4. αυτός που υπόκειται σε εξωτερικές επιδράσεις … Dictionary of Greek